Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Optionsinhabers
toxisches Stoffwechselprodukt

στο λεξικό PONS

tox·ic [ˈtɒksɪk, αμερικ ˈtɑ:k-] ΕΠΊΘ

1. toxic (poisonous):

giftig ειδικ ορολ
Giftmüll αρσ <-(e)s> kein pl

2. toxic μτφ ΧΡΗΜΑΤΟΠ (high-risk):

toxic assets, debt, loan

3. toxic μτφ (harmful):

toxic atmosphere, debate
toxisch μτφ
toxic debate
toxic atmosphere

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

toxic metabolite [ˌtɒksɪkməˈtæbəlaɪt] ΟΥΣ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

metabolite [məˈtæbəlaɪt] ΟΥΣ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

By competitively inhibiting the first enzyme in the metabolism of ethylene glycol and methanol, fomepizole slows the production of the toxic metabolites.
en.wikipedia.org
The toxic metabolites may bind to vital intracellular macromolecules and may generate reactive oxygens by redox cycling if quinone is formed.
en.wikipedia.org
In these cases, it has been suggested that the toxic metabolite is produced more in the kidneys than in the liver.
en.wikipedia.org
It may be initiated in response to a variety of cues, including infection, traumatic brain injury, toxic metabolites, or autoimmunity.
en.wikipedia.org
The shared metabolic rate-limiting steps thus leads to slowed metabolism and clearance for both compounds including ethanol's known toxic metabolite acetaldehyde.
en.wikipedia.org