Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Unangenehme
Pflug
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

plow ΟΥΣ αμερικ

plow → plough

I. plough [plaʊ], αμερικ plow ΟΥΣ

Pflug αρσ <-es, Pflü·ge>

ιδιωτισμοί:

II. plough [plaʊ], αμερικ plow ΡΉΜΑ μεταβ

1. plough ΓΕΩΡΓ:

2. plough (move with difficulty):

sich δοτ seinen Weg durch etw αιτ bahnen
sich αιτ durch etw αιτ [hindurch] wühlen μτφ

III. plough [plaʊ], αμερικ plow ΡΉΜΑ αμετάβ

1. plough ΓΕΩΡΓ:

2. plough (move with difficulty):

sich αιτ durch etw αιτ durchkämpfen
to plough through sth μτφ
sich αιτ durch etw αιτ [hindurch] wühlen μτφ

I. plough [plaʊ], αμερικ plow ΟΥΣ

Pflug αρσ <-es, Pflü·ge>

ιδιωτισμοί:

II. plough [plaʊ], αμερικ plow ΡΉΜΑ μεταβ

1. plough ΓΕΩΡΓ:

2. plough (move with difficulty):

sich δοτ seinen Weg durch etw αιτ bahnen
sich αιτ durch etw αιτ [hindurch] wühlen μτφ

III. plough [plaʊ], αμερικ plow ΡΉΜΑ αμετάβ

1. plough ΓΕΩΡΓ:

2. plough (move with difficulty):

sich αιτ durch etw αιτ durchkämpfen
to plough through sth μτφ
sich αιτ durch etw αιτ [hindurch] wühlen μτφ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
bes. αμερικ to plow
bes. αμερικ plow

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Agriculture is represented by a sheaf of wheat, a sickle, and a plow in the foreground.
en.wikipedia.org
The first snow plow ever built specifically for use with motor equipment was in 1913.
en.wikipedia.org
With the advent of dieselization, multiple-unit train controls have been added to the cabs, so that the pushing locomotives can be controlled from the plow.
en.wikipedia.org
Retailers from nearby towns often plow the city proper to purchase goods and merchandise intended to be sold elsewhere.
en.wikipedia.org
Town residents started a foundry, furniture factory, woolen and grain mills, a plow works and numerous liveries and other businesses.
en.wikipedia.org