Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

электролечение
Fähigkeiten

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

ca·pa·bil·ity [ˌkeɪpəˈbɪləti, αμερικ -ət̬i] ΟΥΣ

1. capability no pl (ability):

Fähigkeit θηλ <-, -en>
Vermögen ουδ <-s> kein pl

2. capability (potentialities):

Potenzial ουδ <-s, -e>

3. capability ΣΤΡΑΤ:

Potenzial ουδ <-s, -e>

core ca·pa·ˈbil·ity ΟΥΣ ΕΜΠΌΡ

Καταχώριση OpenDict

capability ΟΥΣ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
capability usu πλ
capability usu πλ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

core capability ΟΥΣ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ

risk management capability ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

debt repayment capability ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

multi-customer capability ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The differences in training methodologies varies amongst nations, and will also continue to evolve in stride with human spaceflight capabilities.
en.wikipedia.org
The coiled rattlesnake epitomizes the unit's motto capabilities and military preparedness.
en.wikipedia.org
Its role is multifaceted due largely to the instrument's combined melodic and harmonic capabilities.
en.wikipedia.org
The courtroom includes three large flat screen monitors to display motions, briefs and other documents, wireless technology and videoconferencing capabilities.
en.wikipedia.org
This will allow for vertical take-off and landing capabilities, hovering on the spot, and more energy-efficient operation than traditional propellor-based systems.
www.gizmag.com

Αναζήτηση "capabilities" σε άλλες γλώσσες