στο λεξικό PONS
cock·er ˈspan·iel [ˈkɒkəʳ-, αμερικ ˈkɑ:kɚ-] ΟΥΣ ΖΩΟΛ
I. His·pan·ic [hɪˈspænɪk] ΕΠΊΘ αμετάβλ
II. His·pan·ic [hɪˈspænɪk] ΟΥΣ
I. Span·ish [ˈspænɪʃ] ΟΥΣ
Span·ish-Aˈmeri·can ΕΠΊΘ αμετάβλ
Span·ish In·qui·ˈsi·tion ΟΥΣ no pl ΙΣΤΟΡΊΑ
Span·ish ˈon·ion ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
consolidated companies ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
manufacturing companies ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
German law on the supervision of insurance companies ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
German law related to equity investment companies ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
German law relating to investment companies/trusts ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.