Μεταφράσεις για „μαθαίνω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

I . μαθ|αίνω <-α, -εύτηκα, -ημένος> [maˈθɛnɔ] VERB trans

3. μαθαίνω (πληροφορούμαι):

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文