Γερμανικά » Γαλλικά

verschlossen [fɛɐˈʃlɔsən] ΕΠΊΘ

1. verschlossen (abgeschlossen):

fermé(e) [à clé]

2. verschlossen (geschlossen):

fermé(e)
bouché(e)

3. verschlossen (zurückhaltend):

4. verschlossen (unverständlich):

I . verschließen* unreg ΡΉΜΑ trans

1. verschließen (abschließen):

fermerclé]

2. verschließen (zumachen):

3. verschließen (wegschließen):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文