Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

joffre
flaming
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

zün·dend ΕΠΊΘ

eine zündende Idee

I. zün·den [ˈtsʏndn̩] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. zünden ΤΕΧΝΟΛ:

to fire ειδικ ορολ

2. zünden (zu brennen anfangen):

zünden Streichholz
zünden Pulver
to ignite τυπικ

II. zün·den [ˈtsʏndn̩] ΡΉΜΑ μεταβ

1. zünden ΤΕΧΝΟΛ:

etw zünden
to fire sth ειδικ ορολ

2. zünden (wirken):

ιδιωτισμοί:

βρετ a. has the penny dropped? οικ
der zündende Funke μτφ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
to fire sth up
eine zündende Idee
ignite ΗΛΕΚ
to explode sth bomb
Präsens
ichzünde
duzündest
er/sie/eszündet
wirzünden
ihrzündet
siezünden
Präteritum
ichzündete
duzündetest
er/sie/eszündete
wirzündeten
ihrzündetet
siezündeten
Perfekt
ichhabegezündet
duhastgezündet
er/sie/eshatgezündet
wirhabengezündet
ihrhabtgezündet
siehabengezündet
Plusquamperfekt
ichhattegezündet
duhattestgezündet
er/sie/eshattegezündet
wirhattengezündet
ihrhattetgezündet
siehattengezündet

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

eine zündende Idee
der zündende Funke μτφ