Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lagence
exculpatory

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

ent·las·ten* ΡΉΜΑ μεταβ

1. entlasten ΝΟΜ (vom Verdacht befreien):

jdn [von etw δοτ] entlasten
to exonerate sb [from sth]
jdn [von etw δοτ] entlasten
to clear sb [of sth]

2. entlasten (von einer Belastung befreien):

3. entlasten ΧΡΗΜΑΤΟΠ (ausgleichen):

4. entlasten (Geschäftsführung genehmigen):

Καταχώριση OpenDict

entlasten ΡΉΜΑ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
entlastend
jdn [von etw δοτ] entlasten

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

entlasten ΡΉΜΑ μεταβ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

entlasten ΡΉΜΑ μεταβ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Präsens
ichentlaste
duentlastest
er/sie/esentlastet
wirentlasten
ihrentlastet
sieentlasten
Präteritum
ichentlastete
duentlastetest
er/sie/esentlastete
wirentlasteten
ihrentlastetet
sieentlasteten
Perfekt
ichhabeentlastet
duhastentlastet
er/sie/eshatentlastet
wirhabenentlastet
ihrhabtentlastet
siehabenentlastet
Plusquamperfekt
ichhatteentlastet
duhattestentlastet
er/sie/eshatteentlastet
wirhattenentlastet
ihrhattetentlastet
siehattenentlastet

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Der Rückhalt von Niederschlagswasser auf begrünten Dachflächen wirkt entlastend und kann sich finanziell günstig für die Gebäudeeigentümer auswirken, sofern dieser Effekt in der Gebührenstruktur entsprechend berücksichtigt wird.
de.wikipedia.org
Viele Motorradfahrer empfinden einen Nierengurt als vibrationsdämpfend und entlastend für die Rückenmuskulatur.
de.wikipedia.org
Entlastend wirke dabei sowohl der scheinbare Zugewinn an Kenntnissen über die Ursachen der eigenen Malaise als auch die Abwälzung der Verantwortung dafür von sich auf die präsumptiven Verschwörer.
de.wikipedia.org
Dies ist vom Standpunkt der psychischen Sexualhygiene betrachtet für beide Geschlechter entlastend.
de.wikipedia.org
Persönliche Unzulänglichkeiten wie Unkenntnis, Übermüdung oder fehlende Erfahrung werden nicht entlastend berücksichtigt.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "entlastend" σε άλλες γλώσσες