Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dallinflazione
reliability

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Zu·ver·läs·sig·keit <-> ΟΥΣ θηλ kein πλ

1. Zuverlässigkeit (Verlässlichkeit):

Zuverlässigkeit
Zuverlässigkeit

2. Zuverlässigkeit:

Zuverlässigkeit (Glaubwürdigkeit)
Zuverlässigkeit (Vertrauenswürdigkeit)
Zuverlässigkeit eines Zeugen a.
Zuverlässigkeit (durch Charakter a.)
unimpeachability τυπικ
nichts an Zuverlässigkeit einbüßen
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Zuverlässigkeit θηλ <->
Zuverlässigkeit θηλ <->
Zuverlässigkeit θηλ <->
Zuverlässigkeit θηλ <->
Zuverlässigkeit θηλ <->
solidity of facts, evidence
Zuverlässigkeit θηλ <->
das verlangt von ihnen Zuverlässigkeit
technische Zuverlässigkeit

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Zuverlässigkeit ΟΥΣ θηλ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Zuverlässigkeit
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Zuverlässigkeit θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Es werden Konstruktionen mit einer oder zwei Hydraulik-Pressen benutzt, wobei Gewichtseinsparung gegenüber Zuverlässigkeit steht.
de.wikipedia.org
Die Zuverlässigkeit des Magazins wurde verbessert, was allerdings dessen Kapazität von 50 auf 47 Patronen absenkte.
de.wikipedia.org
Die Zuverlässigkeit ließ jedoch zu wünschen übrig, ebenso litt der Wagen unter starken Motor- und Windgeräuschen.
de.wikipedia.org
Zu diesem Zweck wurden in der Regel Einstellungskandidaten, die zuvor als Perspektivkader ihre Zuverlässigkeit bewiesen hatten, direkt als U-Mitarbeiter eingesetzt.
de.wikipedia.org
Zum einen sinkt dadurch der Treibstoffverbrauch und erhöht sich die Zuverlässigkeit des Antriebs.
de.wikipedia.org