Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Still
Princes
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Prinz (Prin·zes·sin) <-en, -en> [prɪnts, prɪnˈtsɛsɪn] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

Prinz (Prin·zes·sin)
prince masc [or princess] fem

Prin·zes·sin <-, -nen> [ˈprɪnˈtsɛsɪn] ΟΥΣ θηλ

Prinzessin θηλυκός τύπος: Prinz

Prinz (Prin·zes·sin) <-en, -en> [prɪnts, prɪnˈtsɛsɪn] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

Prinz (Prin·zes·sin)
prince masc [or princess] fem
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Prinz αρσ <-en, -en>
Prinzessin θηλ <-, -nen>

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Er übernahm bei der Margarinefabrik Jürgens & Prinzen am 1. Januar 1903 eine Direktorenstelle, die er bis zum 30. Juni 1904 innehatte.
de.wikipedia.org
1997 spielte er in dem tschechischen Märchenfilm Rumpelstilzchen & Co. (Rumplcimprcampr) die männliche Hauptrolle des Prinzen Hubertus.
de.wikipedia.org
Im Sommer 1929 (nach dem Tod von Simon van den Bergh) schlossen sich die Margarinewerke Van den Bergh in Kleve und Jurgens & Prinzen in Goch zur Union Deutsche Lebensmittelwerke zusammen.
de.wikipedia.org
Der Gartenkünstler des Prinzen Thurn & Taxis, der Böhme Wenzel Smetana, erhielt 1901 in Wien eine Auszeichnung für seine landschaftsgärtnerische und botanische Tätigkeit.
de.wikipedia.org
Weiters wurde P. & C. Habig Hoflieferant der deutschen Kaiserin Auguste Viktoria sowie des Prinzen Friedrich Leopold von Preußen.
de.wikipedia.org