στο λεξικό PONS
Än·de·rungs·schnei·der(in) <-s, -; -, -nen> ΟΥΣ αρσ(θηλ)
-
- ≈ tailor masc
-
- ≈ seamstress fem
Wech·sel·kurs·än·de·rung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Sat·zungs·än·de·rung <-, -en> ΟΥΣ θηλ ΝΟΜ
Sin·nes·än·de·rung <-, -en> ΟΥΣ θηλ
Kurs·än·de·rung <-, -en> ΟΥΣ θηλ
Ver·fas·sungs·än·de·rung <-, -en> ΟΥΣ θηλ ΝΟΜ
Steu·er·rechts·än·de·rung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Zins·än·de·rung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Rich·tungs·än·de·rung <-, -en> ΟΥΣ θηλ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Auditpreisänderung ΟΥΣ θηλ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
Ausweisänderung ΟΥΣ θηλ ΛΟΓΙΣΤ
Ein-Tages-Veränderung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Kursänderungsrisiko ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Marktzinsänderung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Zinsänderungsausgabe ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Wechselkursänderung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Wechselkursänderung ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Zinsänderungschance ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Zinsänderungsrisiko ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)
Zuwanderungsrecht ΟΥΣ ουδ
Zuwanderungsgesetz ΟΥΣ ουδ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
Ortsveränderung
Phasenänderung ΥΠΟΔΟΜΉ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.