Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

aufgebauscht
to consent to something

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. consentir [kɔ̃sɑ̃tiʀ] ΡΉΜΑ μεταβ

consentir permission, augmentation
to grant (à qn to sb)
consentir avantage
to allow (à qn to sb)
consentir effort
consentir un délai/une remise à qn
consentir un prêt à qn banque:

II. consentir à ΡΉΜΑ μεταβ

consentir à μεταβ έμμ αντικείμ:

consentir à qc/à faire

III. consentir [kɔ̃sɑ̃tiʀ]

qui ne dit mot consent παροιμ
silence means consent παροιμ
raisonnablement consentir, expliquer
à regret consentir, abandonner, avouer, vendre
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
consentir
consentir à qc
consentir à ce que qn fasse qc
consentir à faire
to crack a smile οικ αμερικ
consentir à sourire
allow supplier: discount
accorder, consentir
to agree to plan, suggestion, terms, decision, negotiations
consentir à

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. consentir [kɔ̃sɑ̃tiʀ] ΡΉΜΑ αμετάβ (accepter)

consentir à qc
consentir à ce que qn fasse qc (υποτ)

II. consentir [kɔ̃sɑ̃tiʀ] ΡΉΜΑ μεταβ (accorder)

consentir
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
consentir à qc
consentir
to consent to +infin
consentir à +infin
to agree to sth
consentir à qc
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. consentir [ko͂sɑ͂tiʀ] ΡΉΜΑ αμετάβ (accepter)

consentir à qc
consentir à ce que qn fasse qc (υποτ)

II. consentir [ko͂sɑ͂tiʀ] ΡΉΜΑ μεταβ (accorder)

consentir
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
consentir à qc
to consent to +infin
consentir à +infin
consentir
to agree to sth
consentir à qc
Présent
jeconsens
tuconsens
il/elle/onconsent
nousconsentons
vousconsentez
ils/ellesconsentent
Imparfait
jeconsentais
tuconsentais
il/elle/onconsentait
nousconsentions
vousconsentiez
ils/ellesconsentaient
Passé simple
jeconsentis
tuconsentis
il/elle/onconsentit
nousconsentîmes
vousconsentîtes
ils/ellesconsentirent
Futur simple
jeconsentirai
tuconsentiras
il/elle/onconsentira
nousconsentirons
vousconsentirez
ils/ellesconsentiront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

consentir à qc
consentir à ce que qn fasse qc (υποτ)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Pour plusieurs spécialistes, ne rien dire quand on est victime ou témoin de harcèlement revient à consentir implicitement aux abus.
fr.wikipedia.org
Ses activités évoluent : l’État l’autorise à consentir des financements aux conditions du marché.
fr.wikipedia.org
Élisabeth consent à leur reconnaître cette liberté, et obtient en échange le vote de subsides à la Couronne.
fr.wikipedia.org
À cette occasion, le roi consent à sa fille une dot d'un million de livres.
fr.wikipedia.org
Les prêts à taux réduits consentis par l'employeur.
fr.wikipedia.org