Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

жеребиться
metal en planchas

Oxford Spanish Dictionary

sheet metal ΟΥΣ

metal αρσ en chapas
Oxford Spanish Dictionary

I. metal [αμερικ ˈmɛdl, βρετ ˈmɛt(ə)l] ΟΥΣ

1. metal (solid material):

metal U or C
metal αρσ
metal προσδιορ box/clasp/plating
metal προσδιορ box/clasp/plating

2. metal U or C ΧΗΜ:

metal αρσ

3. metal U (on roads):

metal βρετ
grava θηλ

4. metal U (liquid glass) ΤΕΧΝΟΛ:

II. metal <μετ ενεστ metalling; παρελθ, μετ παρακειμ metalled> [αμερικ ˈmɛdl, βρετ ˈmɛt(ə)l] ΡΉΜΑ μεταβ βρετ

sheet1 [αμερικ ʃit, βρετ ʃiːt] ΟΥΣ

1. sheet (on bed):

sábana θηλ

2.1. sheet:

hoja θηλ
pliego αρσ
hoja θηλ
pliego αρσ
folleto αρσ
in sheets ΤΥΠΟΓΡ
in sheets ΤΥΠΟΓΡ

2.2. sheet (newspaper):

sheet οικ
periódico αρσ

3.1. sheet (of metal):

chapa θηλ
plancha θηλ
lámina θηλ
προσδιορ sheet glass
vidrio αρσ plano

3.2. sheet (of ice):

capa θηλ

sheet2 [αμερικ ʃit, βρετ ʃiːt] ΟΥΣ ΝΑΥΣ

1. sheet (rope):

escota θηλ

2. sheet <sheets, pl > (space):

στο λεξικό PONS

sheet metal ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

I. metal [ˈmetl, αμερικ ˈmet̬-] ΟΥΣ

1. metal (element):

metal αρσ

2. metal βρετ (road):

grava θηλ

3. metal pl βρετ ΣΙΔΗΡ:

rieles αρσ πλ

II. metal [ˈmetl, αμερικ ˈmet̬-] ΕΠΊΘ

III. metal [ˈmetl, αμερικ ˈmet̬-] ΡΉΜΑ μεταβ

metal road:

sheet [ʃi:t] ΟΥΣ

1. sheet for bed:

sábana θηλ

2. sheet of paper:

hoja θηλ

3. sheet (plate of material):

placa θηλ
sheet of glass
lámina θηλ

4. sheet (perforated set of stamps):

plancha θηλ

5. sheet (paper with information on):

folleto αρσ

6. sheet (layer):

capa θηλ

7. sheet (broad mass):

cortina θηλ
στο λεξικό PONS

sheet metal ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

I. metal [ˈmet̬·əl] ΟΥΣ (element)

metal αρσ

II. metal [ˈmet̬·əl] ΕΠΊΘ

sheet [ʃit] ΟΥΣ

1. sheet for bed:

sábana θηλ

2. sheet of paper:

hoja θηλ

3. sheet (plate of material):

placa θηλ
sheet of glass
lámina θηλ

4. sheet (perforated set of stamps):

plancha θηλ

5. sheet (paper with information):

folleto αρσ

6. sheet (layer):

capa θηλ

7. sheet (broad mass):

cortina θηλ
Present
Imetal
youmetal
he/she/itmetals
wemetal
youmetal
theymetal
Past
Imetalled / αμερικ metaled
youmetalled / αμερικ metaled
he/she/itmetalled / αμερικ metaled
wemetalled / αμερικ metaled
youmetalled / αμερικ metaled
theymetalled / αμερικ metaled
Present Perfect
Ihavemetalled / αμερικ metaled
youhavemetalled / αμερικ metaled
he/she/ithasmetalled / αμερικ metaled
wehavemetalled / αμερικ metaled
youhavemetalled / αμερικ metaled
theyhavemetalled / αμερικ metaled
Past Perfect
Ihadmetalled / αμερικ metaled
youhadmetalled / αμερικ metaled
he/she/ithadmetalled / αμερικ metaled
wehadmetalled / αμερικ metaled
youhadmetalled / αμερικ metaled
theyhadmetalled / αμερικ metaled

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The engine was extremely simple, made largely of sheet metal.
en.wikipedia.org
It was originally designed for low volume sheet metal dies.
en.wikipedia.org
The log roof structure was covered with shingles, now by sheet metal.
en.wikipedia.org
The hotel still has the bay windows and stamped sheet metal siding which looks like brick.
en.wikipedia.org
Using sheet metal and pieces of old cars and taxis, she puts together a building, which she then helps her husband to.
en.wikipedia.org