Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

loppression
nachgeschobene Gründe

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

ra·tion·ali·za·tion [ˌræʃənəlaɪˈzeɪʃən, αμερικ -lɪˈ-] ΟΥΣ no pl

1. rationalization (logical explanation):

Rationalisierung θηλ <-, -en>

2. rationalization (improve efficiency):

Rationalisierung θηλ <-, -en>

ra·tion·ali·ˈza·tion in·vest·ment ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
rationalizations
to get rid of sb/sth as part of a rationalization programme [or αμερικ -am]

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

rationalization measure ΟΥΣ CTRL

rationalization potential ΟΥΣ CTRL

rationalization investment ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

rationalisation βρετ, rationalization αμερικ [ˌræʃnlaɪˈzeɪʃn] ΟΥΣ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

By affording a forum for black leaders, past and present, it conveys the sense of an enduring dignity that no colonialist rationalizations can eliminate.
en.wikipedia.org
But it could however, prevent rationalizations of reprehensive acts or behaviour prompted by feelings that men will not easily avow openly.
en.wikipedia.org
Excuses for and rationalizations of the sin are not accepted at this stage of the repentance process.
en.wikipedia.org
Emotional tension leads to the "climax", where characters re-define the moment of truth by finding rationalizations for changing positions, stated intentions, preferences, options or the set of characters.
en.wikipedia.org