στο λεξικό PONS
trans·for·ma·tion [ˌtræn(t)sfəˈmeɪʃən, αμερικ -fɚˈ-] ΟΥΣ
1. transformation (great change):
2. transformation (in theatre):
3. transformation ΗΛΕΚ:
- transformation of voltage
-
4. transformation (in math):
5. transformation (in linguistics):
ma·tur·ity [məˌtjʊərəti, αμερικ -ˈtʃʊrət̬i] ΟΥΣ no pl
1. maturity:
2. maturity (developed form):
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
maturity transformation ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- maturity level
- maturity maturity of fruit
- maturity mix
- maturity options
- maturity period
- maturity transformation
- maturity yield
- matutinal
- matzo matzoh
- maudlin
- maul