Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

sastreindre
Grundeigentum

στο λεξικό PONS

free·hold ˈprop·er·ty ΟΥΣ βρετ ΝΟΜ

στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

I. ˈfree·hold ΟΥΣ

Eigentumsrecht ουδ <-(e)s, -e> (an Grundbesitz)

II. ˈfree·hold ΕΠΊΘ αμετάβλ

freehold flat βρετ
Eigentumswohnung θηλ <-, -en>

III. ˈfree·hold ΕΠΊΡΡ αμετάβλ

prop·er·ty [ˈprɒpəti, αμερικ ˈprɑ:pɚt̬i] ΟΥΣ

1. property no pl (things owned):

Eigentum ουδ <-s, -e>
Privateigentum ουδ <-s> kein pl
Fremdeigentum ουδ τυπικ

2. property no pl:

Immobilienbesitz αρσ <-es> kein pl
Grundbesitz αρσ <-es> kein pl
Privatbesitz αρσ <-es> kein pl
a man of property τυπικ χιουμ

3. property (piece of real estate):

Immobilie θηλ <-, -n>
Liegenschaft θηλ <-, -en>

4. property (attribute):

Eigenschaft θηλ <-, -en>

5. property ΘΈΑΤ dated (prop):

Requisite θηλ <-, -n>

ιδιωτισμοί:

Καταχώριση OpenDict

property ΟΥΣ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

freehold property ΟΥΣ ΑΚΊΝ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A lender may require security from the company, often in the form of valuable assets of the company (e.g a freehold property).
www.techradar.com
The freehold property generates annual rent of about $381,000 and has a single vacant unit of 94.4sq m.
truecommercial.nzherald.co.nz
The aim is to entice small companies to drill up pockets of the freehold property on their own dime.
business.financialpost.com
Second, if one has any freehold property then the best idea is to go for loan against that property.
www.moneycontrol.com
Owning freehold property of the required value, within such boroughs, could confer a vote at the county election.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "freehold property" σε άλλες γλώσσες