Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Spät
miette

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

crumb [βρετ krʌm, αμερικ krəm] ΟΥΣ

1. crumb (of food):

crumb
miette θηλ

2. crumb (tiny amount):

a crumb of a crumb of comfort

3. crumb (person):

crumb οικ μειωτ
minable οικ μειωτ

ιδιωτισμοί:

crumb, a. crumb rubber
to flick a crumb off sth
stray coin, crumb, pencil
qui traîne οικ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
crumb collector
crumb

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

crumb [krʌm] ΟΥΣ ΜΑΓΕΙΡ

1. crumb (very small piece):

crumb
miette θηλ

2. crumb (opposed to crust):

crumb bread
mie θηλ

3. crumb μτφ (small amount):

crumb
crumb of comfort
brin αρσ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
miette de pain, gâteau
crumb
not to leave a crumb
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

crumb [krʌm] ΟΥΣ culin

1. crumb (very small piece):

crumb
miette θηλ

2. crumb (opposed to crust):

crumb bread
mie θηλ

3. crumb μτφ (small amount):

crumb
crumb of comfort
brin αρσ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
miette de pain, gâteau
crumb
not to leave a crumb

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Stale bread could be used to make bread puddings, and bread crumbs served to thicken soups, stews, and sauces.
en.wikipedia.org
Sometimes the base is separate and was used to dispose of any crumbs that fell.
en.wikipedia.org
The bread crumbs must not be pressed into the meat, so that they stay dry and can be souffled.
en.wikipedia.org
We are not worthy even to gather up the crumbs under your table, but it is your nature always to have mercy.
en.wikipedia.org
She mentions one important point, that when he eats he always picks up a piece of bread and dabs up the crumbs with it.
en.wikipedia.org