Μεταφράσεις για „γίνομαι“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

I . γίν|ομαι <-α, -ωμένος> [ˈjinɔmɛ] VERB αυτο

1. γίνομαι (μεταβάλλομαι):

3. γίνομαι (συμβαίνω):

II . γίν|ομαι <-α, -ωμένος> [ˈjinɔmɛ] VERB απρόσωπ

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文