Γερμανικά » Γαλλικά

I . kochen [ˈkɔxən] ΡΉΜΑ αμετάβ

3. kochen (aufgebracht sein):

II . kochen [ˈkɔxən] ΡΉΜΑ μεταβ

2. kochen (auskochen):

Kochen ουδ

Kochen → Backen, Garung

cuisson θηλ

kochen

1. kochen (zubereiten):

2. kochen (garen):

Παραδειγματικές φράσεις με gekochter

gekochter Schinken

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina