Γαλλικά » Γερμανικά

spécialisation [spesjalizasjɔ͂] ΟΥΣ θηλ

socialisation [sɔsjalizasjɔ͂] ΟΥΣ θηλ

1. socialisation ΠΟΛΙΤ:

2. socialisation ΨΥΧ:

Sozialisation θηλ

spécification [spesifikasjɔ͂] ΟΥΣ θηλ

3. spécification ΑΥΤΟΚ:

Wagen-/Reifenbezeichnung θηλ

officialisation [ɔfisjalizasjɔ͂] ΟΥΣ θηλ

désocialisation [desɔsjalizasjo͂] ΟΥΣ θηλ

commercialisation [kɔmɛʀsjalizasjɔ͂] ΟΥΣ θηλ

spéculation [spekylasjɔ͂] ΟΥΣ θηλ

1. spéculation (supposition):

Spekulation θηλ

2. spéculation ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ, ΟΙΚΟΝ:

Börsenhandel αρσ

II . spéculation [spekylasjɔ͂] ΟΙΚΟΝ

spécialité [spesjalite] ΟΥΣ θηλ

1. spécialité ΦΥΣ ΕΠΙΣΤ, ΤΕΧΝΟΛ:

Spezialgebiet ουδ
Fachgebiet ουδ

2. spécialité (produit caractéristique):

Spezialität θηλ

3. spécialité a. ειρων οικ (manie):

Spezialität θηλ

4. spécialité ΦΑΡΜ:

spécialiste [spesjalist] ΟΥΣ αρσ θηλ

1. spécialiste (expert):

Spezialist(in) αρσ (θηλ)
Branchenkenner(in) αρσ (θηλ)

2. spécialiste (technicien):

Fachmann αρσ /-frau θηλ

3. spécialiste ΙΑΤΡ:

Facharzt αρσ /-ärztin θηλ

4. spécialiste souvent ειρων οικ (personne coutumière d'un fait):

er/sie ist ein(e) Meister(in) im Lügen ειρων οικ
spéciation θηλ ΒΙΟΛ ειδικ ορολ
Speziation / Artbildung θηλ ειδικ ορολ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina