Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

leseguire
awakening

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

risveglio <πλ risvegli> [rizˈveʎʎo, ʎi] ΟΥΣ αρσ

1. risveglio:

risveglio
brusco risveglio
rude awakening also μτφ
al mio risveglio se ne era andata

2. risveglio μτφ:

risveglio
risveglio dell'economia
brusco risveglio
rude awakening also μτφ
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
risveglio αρσ
risveglio αρσ
brusco risveglio αρσ
risveglio αρσ (of di)
risveglio αρσ
risveglio αρσ (of di)
risveglio αρσ (to di)
al mio risveglio se ne era andato
al mio risveglio non c'era più

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

risveglio <-gli> [ris·ˈvɛʎ·ʎo] ΟΥΣ αρσ

1. risveglio (dal sonno):

risveglio

2. risveglio μτφ (rinascita: di speranze, paure, ostilità):

risveglio
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
risveglio αρσ
l'attende un brusco risveglio
revival of interest
risveglio αρσ
risveglio αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Al suo risveglio si cibò del sangue di un senzatetto.
it.wikipedia.org
Al suo risveglio riprese la sua attività di assassina.
it.wikipedia.org
Dopo il risveglio, l'equipaggio ha completato i preparativi per l'atterraggio.
it.wikipedia.org
Il tema della tenzone è il risveglio dell'amore.
it.wikipedia.org
Il sonno, questo liberatore, diventa spesso doloroso, ma quando il tormento arriva all’estremo, ecco il risveglio a conciliare il sofferente con la realtà.
it.wikipedia.org