Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Tribunale
criminal

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. criminale [krimiˈnale] ΕΠΊΘ

criminale atto, regime, comportamento, tendenza, metodi:

criminale
antropologia criminale
indagine criminale
un passato criminale

II. criminale [krimiˈnale] ΟΥΣ αρσ θηλ

criminale
criminale
felon ΙΣΤΟΡΊΑ ΝΟΜ
ha un'aria da criminale
guidare come un criminale

III. criminale [krimiˈnale]

criminale di guerra
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
criminale αρσ sessuale
criminale αρσ
agente αρσ θηλ della polizia criminale
piccolo (-a) criminale αρσ θηλ
felon ΙΣΤΟΡΊΑ, ΝΟΜ
criminale αρσ θηλ
criminale
ufficio αρσ di polizia criminale
criminale αρσ θηλ
criminale

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. criminale [kri·mi·ˈna:·le] ΕΠΊΘ

criminale

II. criminale [kri·mi·ˈna:·le] ΟΥΣ αρσ θηλ

criminale
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
criminale
criminale αρσ θηλ
criminale αρσ θηλ pericoloso
criminale αρσ θηλ di guerra
criminale αρσ prezzolato
criminale αρσ θηλ
criminale
criminale
criminale αρσ θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

criminale αρσ θηλ di guerra

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Il criminale è difeso da un avvocato fallito che si scaglia contro gli stessi accusatori e contro la società.
it.wikipedia.org
Danny uccide un terrorista, ma si rende conto che il criminale indossava un giubbotto esplosivo che ora si è attivato.
it.wikipedia.org
Givens indaga sul presunto suicidio di un criminale che era sul punto di essere arrestato.
it.wikipedia.org
I poliziotti organizzano numerose retate nei quartieri frequentati dalla malavita, creando gravi problemi alle associazioni criminali della città.
it.wikipedia.org
Questa può essere una strategia efficace se non si conosce dove si trovi la destinazione, come fa la polizia nella ricerca di un criminale nascosto.
it.wikipedia.org