Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

sattel
saddle

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Sat·tel <-s, Sättel> [ˈzatl̩, πλ ˈzɛtl̩] ΟΥΣ αρσ

1. Sattel (für Reittier):

Sattel
den Sattel auflegen
den Sattel auflegen
ohne Sattel reiten
sich αιτ in den Sattel schwingen
fest im Sattel sitzen a. μτφ
sich αιτ im Sattel halten a. μτφ

2. Sattel (Fahrradsattel):

Sattel
sich αιτ auf den Sattel schwingen
to jump on[to] one's bicycle [or οικ bike]

3. Sattel (Bergrücken):

Sattel

4. Sattel ΜΑΓΕΙΡ:

Sattel

5. Sattel ΜΑΘ:

Sattel

6. Sattel ΜΌΔΑ:

Sattel Hemd, Bluse etc
im Sattel sitzen
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
nut (of a string instrument) ΜΟΥΣ
Sattel αρσ
Pferd mit Sattel
ohne Sattel
ohne Sattel reiten
Sattel-/Packgurt αρσ
Sattel αρσ <-s, Sạ̈t·tel>
im Sattel sein [o. sitzen]
im Sattel sitzen
[Berg]sattel αρσ
Sattel- und Zaumzeug ουδ
yoke of shirt, coat etc also
Sattel αρσ <-s, Sạ̈t·tel>

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

Sattel

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Von der Zündkerze bis zur Feder unter dem Sattel sind derzeit noch fast alle Verschleißteile erhältlich.
de.wikipedia.org
Der Name des Teiches resultiert aus dem nahegelegenen Sattel mit kleinem Anwesen namens Auerhahn.
de.wikipedia.org
Das Gepäck wird entweder auf dem Reitpferd in Satteltaschen vor und hinter dem Sattel transportiert oder auf einem mitgeführten Packpferd.
de.wikipedia.org
Zwischen zwei hintereinander stehenden Wagenrädern sind ein Sattel als Sitz und ein gepolstertes Brettchen („Balancierbrett“) zum Aufstützen der Unterarme angebracht.
de.wikipedia.org
Das Empfangsgebäude ist ein aus mehreren Teilen bestehendes teils ein-, teils zweigeschossiges Bauwerk mit ziegelgedeckten Sattel- und Walmdächern und teilweise ausgebautem Dachgeschoss.
de.wikipedia.org