Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

rinde
bark

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Rin·de <-, -n> [ˈrɪndə] ΟΥΣ θηλ

1. Rinde (Borke):

Rinde
bark no πλ

2. Rinde kein πλ ΜΑΓΕΙΡ:

Rinde
Rinde Käse, Speck
rind no πλ

3. Rinde ΑΝΑΤ:

Rinde
to scarify a tree/bark ειδικ ορολ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Rinde θηλ <-, -n>
crust of bread also
Rinde θηλ <-, -n>
[Baum]rinde θηλ
[Baum]rinde θηλ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

dicke Rinde

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

Rinde
Rinde
glatte Rinde
gefurchte Rinde

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die jungen Zweige haben eine grüne und flaumig behaarte Rinde, welche später kahl und orangefarben wird.
de.wikipedia.org
Die Rinde junger Zweige ist kahl und gräulich-weiß oder braun gefärbt.
de.wikipedia.org
Die Rinde ist schwarzbraun, die Triebe sind anfangs mit dichten Haarbüscheln besetzt, später kahl und grau bereift.
de.wikipedia.org
Die graubraune Rinde der Zweige ist fein behaart.
de.wikipedia.org
Es konnte allerdings nur bei 0,02 % der behandelten Rinde gewonnen werden und kam deswegen nie in den allgemeinen Gebrauch als Antipyretikum.
de.wikipedia.org