Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Sociale
limping

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

hin·ken [ˈhɪŋkn̩] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. hinken +haben (das Bein nachziehen):

[auf etw δοτ/mit etw δοτ] hinken
to limp [with sth]

2. hinken +sein (sich hinkend fortbewegen):

3. hinken +haben (nicht ganz zutreffen):

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Hinken ουδ
intermittierendes Hinken ειδικ ορολ
Hinken ουδ
Hinken ουδ kein pl

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

hinkendes Inhaberpapier phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
hinkendes Inhaberpapier ουδ
Präsens
ichhinke
duhinkst
er/sie/eshinkt
wirhinken
ihrhinkt
siehinken
Präteritum
ichhinkte
duhinktest
er/sie/eshinkte
wirhinkten
ihrhinktet
siehinkten
Perfekt
ichhabegehinkt
duhastgehinkt
er/sie/eshatgehinkt
wirhabengehinkt
ihrhabtgehinkt
siehabengehinkt
Plusquamperfekt
ichhattegehinkt
duhattestgehinkt
er/sie/eshattegehinkt
wirhattengehinkt
ihrhattetgehinkt
siehattengehinkt

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

[auf etw δοτ/mit etw δοτ] hinken
to limp [with sth]

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Durch sein hinkendes, keuchendes Verhalten löst er bei den Göttern allerdings Gelächter aus, seine Eltern bestraften ihn allerdings auch schon.
de.wikipedia.org
Auch bei Gelenkversteifungen im Knie- oder Sprunggelenk ergibt sich ein hinkendes Gangbild.
de.wikipedia.org
Der Begriff hinkendes Inhaberpapier (Abs.
de.wikipedia.org
Wie sie sagt besitzt sie nun auch die Fähigkeit seine verbliebenen Verletzungen, sein verlorenes Auge und sein hinkendes Bein, wiederherzustellen.
de.wikipedia.org
Konkret handelt es sich sowohl um ein qualifiziertes Legitimationspapier als auch um ein hinkendes Inhaberpapier, das im Hinblick auf seine Übertragbarkeit zu den Namenspapieren gerechnet wird.
de.wikipedia.org