Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

diener
servant
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Die·ner(in) <-s, -> [ˈdi:nɐ] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

Diener(in)
Diener Gottes
Ihr [treu] ergebener Diener απαρχ
your [humble] servant απαρχ

Die·ner <-s, -> [ˈdi:nɐ] ΟΥΣ αρσ οικ

Diener
[vor jdm] einen Diener machen
to make a bow [to sb]
[vor jdm] einen Diener machen
to bow [to sb]
Ihr untertänigster Diener alt
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Diener αρσ <-s, ->
stummer Diener
Diener αρσ <-s, ->
[livrierter] Diener
treuer Diener χιουμ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

[vor jdm] einen Diener machen
to make a bow [to sb]
[vor jdm] einen Diener machen
to bow [to sb]
Ihr [treu] ergebener Diener απαρχ
your [humble] servant απαρχ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

1538 wurde er dort zum Diener der Notdurft und zehn Jahre später zum Diener des Wortes gewählt.
de.wikipedia.org
In den großen Städten gehörte es zum guten Ton für jeden Mann ab einer gewissen sozialen Stellung, einen Bacha als Diener zu haben.
de.wikipedia.org
Alles war umsonst, und die Hoffnung, ihr Gaunerdasein zu beenden, verschwindet für Diener und Verliebte.
de.wikipedia.org
Neben den Statuen, die Ptahschepses zeigen, fanden sich auch mindestens zwei Statuen, die jeweils einen Diener darstellen.
de.wikipedia.org
Zahlreiche Legenden stellen den Seligen als frommen Beter und Diener der Nächstenliebe dar.
de.wikipedia.org