στο λεξικό PONS
In·stru·men·ta·list(in) <-en, -en> [ɪnstrumɛntaˈlɪst] ΟΥΣ αρσ(θηλ) ΜΟΥΣ, ΦΙΛΟΣ
Kom·bi-In·stru·ment ΟΥΣ ουδ ΑΥΤΟΚ
In·stru·men·ten·an·la·ge ΟΥΣ θηλ ΑΥΤΟΚ
In·stru·men·ten·ta·fel ΟΥΣ θηλ ΑΕΡΟ
In·stru·men·ten·flug <-(e)s, -flüge> ΟΥΣ αρσ ΑΕΡΟ
In·stru·men·ten·trä·ger ΟΥΣ αρσ ΑΥΤΟΚ
Be·gleit·in·stru·ment <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ
I. in·stru·men·tal [ɪnstrumɛnˈta:l] ΕΠΊΘ
II. in·stru·men·tal [ɪnstrumɛnˈta:l] ΕΠΊΡΡ
Instrumentenbauer(in) ΟΥΣ
Instrumentenbau ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Kreditinstrument ΟΥΣ ουδ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Hedging-Instrument ΟΥΣ ουδ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Geldmarktinstrument ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Analyse-Instrumentarium ΟΥΣ ουδ CTRL
Risiko-Controlling-Instrument ΟΥΣ ουδ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Kapitalinstrument ΟΥΣ ουδ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Finanzinstrument ΟΥΣ ουδ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Sicherungsinstrument ΟΥΣ ουδ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
arbeitsmarktpolitisches Instrument phrase ΚΡΆΤΟς
Anlageinstrument ΟΥΣ ουδ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.