Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Saxe
respiratory

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

respiratoire [ʀɛspiʀatwaʀ] ΕΠΊΘ

respiratoire voie, système, appareil
respiratoire troubles, difficulté
breathing, respiratory ειδικ ορολ
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
chest infection, specialist
des voies respiratoires
breathing προσδιορ difficulty, exercise

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

respiratoire [ʀɛspiʀatwaʀ] ΕΠΊΘ

voies respiratoires
organes/maladies/troubles respiratoires
voies respiratoires
se dégager voie respiratoire
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

respiratoire [ʀɛspiʀatwaʀ] ΕΠΊΘ

voies respiratoires
organes/maladies/troubles respiratoires
voies respiratoires
se dégager voie respiratoire
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Dans certains cas, l'incontinence peut se développer et des difficultés respiratoires peuvent apparaître.
fr.wikipedia.org
Il existe un déficit immunitaire avec infections fréquentes, respiratoires, digestives, septicémique, à germes microbiens, à virus ou à champignons.
fr.wikipedia.org
La pratique d’une activité physique ou sportive régulière et adaptée aux capacités respiratoires est fortement conseillée.
fr.wikipedia.org
Pour éviter une pause respiratoire aux conséquences fâcheuses, l'individu mobilise alors ses muscles respiratoires accessoires, qui sont en dehors du thorax (muscles intercostaux, sterno-cléido mastoidien, scalènes), pour aider le diaphragme.
fr.wikipedia.org
Face aux gouttelettes respiratoires émises lors des accès de toux, la distance de sécurité de 2 mètres est habituellement jugée suffisante.
fr.wikipedia.org