Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Evangelio
delicately

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

délicatement [delikatmɑ̃] ΕΠΊΡΡ

1. délicatement (avec finesse, subtilité):

délicatement dessiner, graver, sculpter
délicatement parfumer

2. délicatement (avec légèreté):

délicatement appuyer, caresser, saisir
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
délicatement
ôter délicatement
délicatement
délicatement
subtly flavoured, coloured
délicatement
ease off lid, boot
ôter délicatement
introduire qc délicatement dans
sortir qc délicatement de
to ease oneself into seat, bath
se laisser glisser délicatement dans
se lever délicatement de
cradle object
tenir [qc] délicatement
délicatement parfumé

στο λεξικό PONS

délicatement [delikatmɑ̃] ΕΠΊΡΡ

1. délicatement (finement, avec tact):

délicatement

2. délicatement (avec douceur):

délicatement
στο λεξικό PONS

délicatement [delikatmɑ͂] ΕΠΊΡΡ

1. délicatement (finement, avec tact):

délicatement

2. délicatement (avec douceur):

délicatement

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Ses cheveux sont ornementés de barrettes et d'épingles en nacre, délicatement découpées pour former des bouquets de fleurs.
fr.wikipedia.org
Incorporer délicatement les blancs montés en neige à la pâte obtenue.
fr.wikipedia.org
Deux étroits contreforts, délicatement moulurés, cantonnent le portail et la fenêtre.
fr.wikipedia.org
Lors d'un rempotage, manipulez délicatement la motte de votre bonzaï.
fr.wikipedia.org
Son principe est d'étaler délicatement la peinture très diluée sur le support de façon à laisser transparaître la couleur du fond.
fr.wikipedia.org

Αναζήτηση "délicatement" σε άλλες γλώσσες