Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

délibère
musicale

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. musical [βρετ ˈmjuːzɪk(ə)l, αμερικ ˈmjuzək(ə)l] ΕΠΊΘ

1. musical person:

musical (gifted)
musical (gifted)
musical (interested)
they are a very musical family

2. musical voice, laughter:

musical

3. musical:

musical accompaniment, score
musical director

II. musical [βρετ ˈmjuːzɪk(ə)l, αμερικ ˈmjuzək(ə)l] ΟΥΣ musical comedy

musical
musical αρσ
musical

musical box [βρετ] ΟΥΣ βρετ

musical box
carillon αρσ

musical instrument [ˌmjuːzɪklˈɪnstrʊmənt] ΟΥΣ

musical instrument

musical chairs [βρετ, αμερικ ˈˌmjuzəkəl ˈtʃɛ(ə)rz] ΟΥΣ npl

musical chairs

musicale [βρετ ˌmjuːzɪˈkɑːl, αμερικ ˌmjuzəˈkæl], musical evening [ˈmjuːzɪklˌiːvnɪŋ] ΟΥΣ

musical, comedy duo
TV, musical dramatization
retune musical instrument
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
musical

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. musical [ˈmju:··kəl] ΕΠΊΘ

musical

II. musical [ˈmju:··kəl] ΟΥΣ

musical
musical αρσ αμετάβλ
case for eyeglasses, musical instrument
custodia θηλ
present play, musical, concert
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
to be musical
musical
musical

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

They are known for high musical and technical standards.
en.wikipedia.org
He took lead roles in broadway musicals as well as studying various types of dance.
en.wikipedia.org
The group had ten members of various musical backgrounds and remained an outfit for only one album.
en.wikipedia.org
He began his musical career at the age of six, playing the recorder.
en.wikipedia.org
The season uses three musical themes for one opening theme and two ending themes.
en.wikipedia.org