Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dincomplétude
femmine

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. female [βρετ ˈfiːmeɪl, αμερικ ˈfiˌmeɪl] ΟΥΣ

1. female:

female ΒΙΟΛ, ΖΩΟΛ
femmina θηλ
the females (of species)

2. female:

donna θηλ
female μειωτ
buona donna θηλ
female (younger) μειωτ
ragazzotta θηλ

II. female [βρετ ˈfiːmeɪl, αμερικ ˈfiˌmeɪl] ΕΠΊΘ

1. female:

female ΒΟΤ, ΖΩΟΛ

2. female (relating to women):

female company, condition, population, sex, trait
female role, emancipation

3. female ΗΛΕΚ:

alpha female [ˌælfəˈfiːmeɪl] ΟΥΣ

femmina θηλ alfa

female condom [αμερικ ˈfiˌmeɪl ˈkɑndəm] ΟΥΣ

female circumcision [αμερικ ˈfiˌmeɪl ˌsərkəmˈsɪʒən] ΟΥΣ

escissione θηλ

female impersonator ΟΥΣ

female genital mutilation ΟΥΣ U

unladylike female
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
femmina ormone
femmina pianta, fiore
femmina presa

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. female [ˈfi:·meɪl] ΕΠΊΘ

female ΖΩΟΛ, ΤΕΧΝΟΛ

II. female [ˈfi:·meɪl] ΟΥΣ

donna θηλ
female ΖΩΟΛ
femmina θηλ
neuter female
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

These chemicals may also serve to increase the females reproductive success, but at the cost of decreased longevity and immune response.
en.wikipedia.org
In most species, the males' eyes are large and the front legs unusually long, for use in locating and grasping females during mid-air mating.
en.wikipedia.org
The membership of these aggregations is inconstant, with individual females periodically switching between different sites scattered over several kilometers.
en.wikipedia.org
Life expectancy was 66.4 for males and females.
en.wikipedia.org
This is usually seen in females, may ulcerate and often occurs 120 years after primary infection.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "females" σε άλλες γλώσσες