Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Genesi
paraurti

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. bumper [βρετ ˈbʌmpə, αμερικ ˈbəmpər] ΟΥΣ

1. bumper ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡ:

bumper
paraurti αρσ
bumper to bumper

2. bumper αμερικ ΣΙΔΗΡ:

bumper

3. bumper (tankard):

bumper

II. bumper [βρετ ˈbʌmpə, αμερικ ˈbəmpər] ΕΠΊΘ attrib. (large)

bumper crop, sales, year
bumper crowd
bumper edition

bumper crop ΟΥΣ

bumper crop

rear bumper [ˌrɪəˈbʌmpə(r)] ΟΥΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡ

rear bumper

bumper sticker [αμερικ ˈbəmpər ˈstɪkər] ΟΥΣ

bumper sticker

bumper car [βρετ, αμερικ ˈbəmpər kɑr] ΟΥΣ

bumper car
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
bumper
rear bumper
bumper αμερικ
bumper cars pl αμερικ
to travel nose to tail or bumper to bumper
a good harvest, a bumper crop

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. bumper [ˈbʌm·pɚ] ΟΥΣ ΑΥΤΟΚ

bumper
paraurti αρσ αμετάβλ
the traffic is bumper to bumper

II. bumper [ˈbʌm·pɚ] ΕΠΊΘ

1. bumper crop:

bumper

2. bumper edition:

bumper

bumper sticker ΟΥΣ

bumper sticker

bumper car ΟΥΣ

bumper car
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
bumper
bumper
bumper cars pl
bumper car track

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The bumpers were larger, and the grille featured a strong grid theme.
en.wikipedia.org
In 1984, the 126 received a facelift, giving it plastic bumpers (for all versions) and a new dashboard.
en.wikipedia.org
The front bumper is also made of fiberglass.
en.wikipedia.org
The 1946 model showed few changes from the 1942 model, including a mild grille redesign and new bumpers.
en.wikipedia.org
As such, his duties included handling network program introductions and closes, bumpers, promos, and teasers.
en.wikipedia.org