Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

darme
Hexe
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

witch <pl -es> [wɪtʃ] ΟΥΣ

1. witch (woman with magic powers):

witch
Hexe θηλ <-, -n>
wicked witch

2. witch μειωτ οικ (ugly or unpleasant woman):

witch
[alte] Hexe μειωτ

ιδιωτισμοί:

to be as cold as [or colder than] a witch's tit esp βρετ οικ

ˈwitch-hunt ΟΥΣ

1. witch-hunt απαρχ:

witch-hunt
Hexenjagd θηλ <-, -en>
witch-hunt

2. witch-hunt μτφ μειωτ οικ:

Hexenjagd θηλ <-, -en> μειωτ auf +αιτ

ˈwitch elm ΟΥΣ ΒΟΤ

witch elm
Bergulme θηλ

ˈwitch hazel ΟΥΣ no pl

1. witch hazel ΒΟΤ:

witch hazel
Zaubernuss θηλ
witch hazel
Hamamelis θηλ <-; kein Pl>

2. witch hazel ΙΑΤΡ:

witch hazel

ˈwitch doc·tor ΟΥΣ

witch doctor
Medizinmann αρσ <-män·ner>
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
witch-hunt μειωτ
witch-hunt
witch trial
witch flounder ειδικ ορολ
that old witch [or bag]

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

There his new bride discovers witch doctor who has the ability to turn people into zombies.
en.wikipedia.org
The opposition said it was a witch hunt of the former government.
en.wikipedia.org
The witch could also use bits of the eggshell to poke people and sicken them.
en.wikipedia.org
At least 400 people were put on trial for witchcraft and various forms of diabolism during the witch hunt.
en.wikipedia.org
He was, however, never called before a witch-hunting committee and did not spend any time in jail.
en.wikipedia.org