Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Use
batched

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

batched in·voice [bætʃtˈɪnvɔɪs] ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

batched invoice

I. batch <pl -es> [bætʃ] ΟΥΣ

Schwung αρσ <-(e)s> kein pl
Stapel αρσ <-s, ->
Stoß αρσ <-es, Stö̱·ße>
batch of cookies, muffins, bread
Schub αρσ <-(e)s, Schü̱·be>
batch of cookies, muffins, bread
Ladung θηλ <-, -en>
batch of persons
Gruppe θηλ <-, -n>
batch of rules, regulations
Bündel ουδ <-s, ->
batch of commodities ΕΜΠΌΡ
Warenkorb αρσ <-(e)s, -körbe>

II. batch [bætʃ] ΡΉΜΑ μεταβ

Η/Υ to batch sth

batch ˈpro·ces·sor ΟΥΣ Η/Υ

ˈbatch-bake ΡΉΜΑ μεταβ

ˈbatch op·era·tion ΟΥΣ ΤΕΧΝΟΛ

ˈbatch num·ber ΟΥΣ

batch number ΤΕΧΝΟΛ

batch pro·ˈduc·tion ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ

Serienfertigung θηλ <-> kein pl

ˈbatch file ΟΥΣ Η/Υ

Batchdatei θηλ
Καταχώριση OpenDict

batch ΟΥΣ

batch ΤΕΧΝΟΛ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
batched invoice

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

batched invoice ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

batched invoice

batch update ΟΥΣ IT

batch number ΟΥΣ IT

batch processing ΟΥΣ IT

batch release ΟΥΣ IT

batch control ΟΥΣ IT

batch of commodities ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Warenkorb αρσ

batch size limit ΟΥΣ IT

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
batched invoice

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

batch culture ΟΥΣ

Batch-Kultur (statische Kultur in geschlossenem System)

large batch production ΟΥΣ

Present
Ibatch
youbatch
he/she/itbatches
webatch
youbatch
theybatch
Past
Ibatched
youbatched
he/she/itbatched
webatched
youbatched
theybatched
Present Perfect
Ihavebatched
youhavebatched
he/she/ithasbatched
wehavebatched
youhavebatched
theyhavebatched
Past Perfect
Ihadbatched
youhadbatched
he/she/ithadbatched
wehadbatched
youhadbatched
theyhadbatched

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "batched" σε άλλες γλώσσες