Γερμανικά » Ελληνικά

Spitze <-, -n> [ˈʃpɪtsə] SUBST f

1. Spitze (von Gegenstand):

2. Spitze (von Körperteil):

6. Spitze (Gewebe):

7. Spitze (Stichelei):

Spitz <-es, -e> [ʃpɪts] SUBST m ZOOL

spitzen [ˈʃpɪtsən] VERB trans

1. spitzen (Bleistift):

2. spitzen (Ohren):

3. spitzen (Lippen):

Spitzen-BH <-s, -s> SUBST m

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文