Γερμανικά » Γαλλικά

Sohle <-, -n> [ˈzoːlə] ΟΥΣ f

1. Sohle (Schuhsohle, Einlegesohle):

2. Sohle (Fußsohle):

3. Sohle (Boden):

fond m

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文