Γαλλικά » Γερμανικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: korrigan , corriger , corrigé και corrigeable

korrigan(e) [kɔʀigɑ͂, ɑn] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

II . corriger [kɔʀiʒe] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

2. corriger (se désaccoutumer):

corrigé [kɔʀiʒe] ΟΥΣ αρσ ΣΧΟΛ

corrigeable [kɔʀiʒabl] ΕΠΊΘ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina