Γαλλικά » Γερμανικά

I . déménager [demenaʒe] ΡΉΜΑ intr

1. déménager (changer de domicile):

2. déménager (quitter un logement):

3. déménager fam (partir):

4. déménager fam (déraisonner):

spinnen fam

II . déménager [demenaʒe] ΡΉΜΑ trans

1. déménager (transporter ailleurs):

2. déménager (vider):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文