Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

déconvenues
rock

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

roccia <πλ rocce> [ˈrɔttʃa, tʃe] ΟΥΣ θηλ

1. roccia (blocco di pietra):

roccia
saldo come una roccia

2. roccia ΓΕΩΛ:

roccia
roccia solida, fusa

3. roccia (alpinismo):

roccia
fare roccia

ιδιωτισμοί:

roccia basaltica
roccia basica
roccia dolomitica
roccia eruttiva
roccia ignea
roccia lamellare
roccia lunare
roccia madre
roccia sedimentaria
roccia vulcanica
dilavato roccia
dilavato roccia
roccia incassante ΓΕΩΛ
igneo roccia
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
roccia θηλ incassante
roccia θηλ basica
roccia θηλ basaltica
roccia θηλ lunare
roccia θηλ ignea
roccia θηλ scoscesa

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

roccia <-cce> [ˈrɔt·tʃa] ΟΥΣ θηλ a. μτφ

roccia
chiodo da roccia
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
alpinismo αρσ su roccia
chiodo αρσ (da roccia)
roccia θηλ
saldo come una roccia
essere una roccia
essere una roccia

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

chiodo αρσ (da roccia)
alpinismo αρσ su roccia

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

La maggior parte delle rocce è un aggregato di piccoli granuli di minerali diversi.
it.wikipedia.org
Il tipo principale di roccia magmatica è la diorite porfiritica.
it.wikipedia.org
Non costituisce una specie mineralogica a tutti gli effetti in quanto è stata trovata soltanto fra campioni di rocce provenienti da musei.
it.wikipedia.org
Anche i calcari formati da sedimenti precipitati grazie all'azione dell'acqua formano rocce chiamate tufi, che generalmente includono tracce di vegetali o di conchiglie fossilizzate.
it.wikipedia.org
Durante gli anni 1975 - 1990 ha arrampicato le vie di roccia in solitaria, senza corda e sicurezze.
it.wikipedia.org