Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

spieler
to deal

Oxford Spanish Dictionary

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. negociar ΡΉΜΑ μεταβ

1. negociar solución/acuerdo:

negociar

2. negociar ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

negociar valores/títulos

II. negociar ΡΉΜΑ αμετάβ

1. negociar (mantener conversaciones):

negociar

2. negociar ΕΜΠΌΡ:

negociar
negociaba con su cuerpo λογοτεχνικό
se avinieron a negociar
tiene muñeca para negociar
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
negociar
to parley with sb
negociar con alguien
negociar (con alguien)
negociar un acuerdo
negociar
negociar (con mucho toma y daca)
sueldo αρσ negociable or a negociar
negociar
negotiate contract/treaty
negociar
negotiate bill/draft
negociar

στο λεξικό PONS

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. negociar ΡΉΜΑ αμετάβ (comerciar)

negociar

II. negociar ΡΉΜΑ αμετάβ, μεταβ (dialogar, concertar)

negociar
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
negociar
negociar títulos
negociar
negociar algo
negociar con alguien
negociar
negociar
negociar un acuerdo (con alguien)
negociar
negociar
negociar
negociar con alguien
στο λεξικό PONS
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. negociar [ne·ɣo·ˈsjar, -ˈθjar] ΡΉΜΑ αμετάβ (comerciar)

negociar

II. negociar [ne·ɣo·ˈsjar, -ˈθjar] ΡΉΜΑ αμετάβ, μεταβ (dialogar, concertar)

negociar
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
negociar
negociar títulos
negociar
negociar algo
negociar con alguien
negociar
negociar
negociar
negociar un acuerdo (con alguien)
negociar con alguien
negociar
presente
yonegocio
negocias
él/ella/ustednegocia
nosotros/nosotrasnegociamos
vosotros/vosotrasnegociáis
ellos/ellas/ustedesnegocian
imperfecto
yonegociaba
negociabas
él/ella/ustednegociaba
nosotros/nosotrasnegociábamos
vosotros/vosotrasnegociabais
ellos/ellas/ustedesnegociaban
indefinido
yonegocié
negociaste
él/ella/ustednegoció
nosotros/nosotrasnegociamos
vosotros/vosotrasnegociasteis
ellos/ellas/ustedesnegociaron
futuro
yonegociaré
negociarás
él/ella/ustednegociará
nosotros/nosotrasnegociaremos
vosotros/vosotrasnegociaréis
ellos/ellas/ustedesnegociarán

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Que no tiene intereses comunes y con el que no tengo que negociar cada proyecto o cada compra, o cada decisión.
gracielamoreschi.com.ar
Pondrán sus condiciones, negociarán como corresponde, pero si ven que hay una posibilidad de negocio lo van a hacer.
www.gustavosylvestre.com
En relación a los porcentajes de incremento salarial que se están negociando, señaló que sé que andaba entre el 25 y 30 %.
elperiodistalibre.com.ar
Porque sabemos que es un arma que no se negocia en este deporte.
desdeabajorugby.com
Creo que es lo que no se negocia, gracias a todos.
www.pasionpaternal.com.ar