Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

HG
successful
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. ge·glückt ΡΉΜΑ

geglückt μετ παρακειμ: glücken

II. ge·glückt ΕΠΊΘ

geglückt

glü·cken [ˈglʏkn̩] ΡΉΜΑ αμετάβ +sein

1. glücken (gelingen):

nicht glücken Plan a.
jdm glückt etw
sb succeeds in sth
jdm glückt es, etw zu tun
sb manages to do sth
geglückt

2. glücken (vorteilhaft werden):

etw ist jdm [gut] geglückt
sb's sth has turned out [very] well

glü·cken [ˈglʏkn̩] ΡΉΜΑ αμετάβ +sein

1. glücken (gelingen):

nicht glücken Plan a.
jdm glückt etw
sb succeeds in sth
jdm glückt es, etw zu tun
sb manages to do sth
geglückt

2. glücken (vorteilhaft werden):

etw ist jdm [gut] geglückt
sb's sth has turned out [very] well
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
cluck μτφ
geglückt
come off attempts

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die Jagd nach den Ausbrechern scheint geglückt zu sein, weil die Bürgerwehr die falschen drei gefangen nimmt und sie an den Baum des Dorfplatzes bindet.
de.wikipedia.org
Die Wiederansiedlung der Bachforelle ist nach dem Aussetzen einzelner Tiere geglückt.
de.wikipedia.org
Die Beschreibung der Psyche des jungen Wissenschaftlers, insbesondere das Ausleuchten seiner Beziehungen zu den fünf Frauen im Roman, ist geglückt und deshalb sehr lesenswert.
de.wikipedia.org
Ein Veranstalter von Abenteuerreisen in diese Region berichtete, dass von 50 Versuchen lediglich zwei Anlandungen geglückt sind.
de.wikipedia.org
Nach der fast völligen Vernichtung der jüdischen Bevölkerung kehrten Überlebende der Konzentrationslager und andere, denen die Flucht geglückt war, in das Ghetto zurück.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "geglückt" σε άλλες γλώσσες

"geglückt" στα γερμανικά μονόγλωσσα λεξικά