Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Bezugsrechterlösen
Reference rights clearance

στο λεξικό PONS

er··sen* ΡΉΜΑ μεταβ

1. erlösen (befreien):

jdn [aus etw δοτ/von etw δοτ] erlösen
to release sb [from sth]

2. erlösen ΘΡΗΣΚ:

jdn [aus etw δοτ/von etw δοτ] erlösen
to redeem sb [from sth]

3. erlösen (einnehmen):

etw [aus etw δοτ] erlösen
to make [or earn] sth [from sth]

Ge·winn·be·zugs·recht <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Ak·ti·en·be·zugs·recht <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

Be·zugs·rechts·kurs <-es, -e> ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

Be·zugs·recht <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

Be·zugs·rah·men <-s, -> ΟΥΣ αρσ

Vor·zugs·recht <-(e)s, -e> ΟΥΣ ουδ ΝΟΜ

Nut·zungs·(recht·)ent·gelt ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Son·der·zie·hungs·rech·te ΟΥΣ πλ

Ver·mie·tungs·rech·te ΟΥΣ πλ ΝΟΜ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

Aktienbezugsrecht ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Bezugsrechtserlös ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Bezugsrechtsangebot ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Bezugsrechtsabschlag ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Bezugsrecht ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Bezugsrechtsformel ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Bezugsrechtshandel ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Vorzugsrecht ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Beteiligungsrechte ΟΥΣ ουδ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

Andienungsrecht ΟΥΣ ουδ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

Zuwanderungsrecht ΟΥΣ ουδ

Präsens
icherlöse
duerlöst
er/sie/eserlöst
wirerlösen
ihrerlöst
sieerlösen
Präteritum
icherlöste
duerlöstest
er/sie/eserlöste
wirerlösten
ihrerlöstet
sieerlösten
Perfekt
ichhabeerlöst
duhasterlöst
er/sie/eshaterlöst
wirhabenerlöst
ihrhabterlöst
siehabenerlöst
Plusquamperfekt
ichhatteerlöst
duhattesterlöst
er/sie/eshatteerlöst
wirhattenerlöst
ihrhatteterlöst
siehattenerlöst

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος