Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Kehren
drawing up
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Aus·fer·ti·gung <-, -en> ΟΥΣ θηλ τυπικ

1. Ausfertigung kein πλ (Ausstellung):

Ausfertigung
Ausfertigung
Ausfertigung einer Rechnung
Ausfertigung von Pass a.

2. Ausfertigung (Abschrift):

Ausfertigung
die erste Ausfertigung
etw in doppelter Ausfertigung
in siebenfacher Ausfertigung
in septuplicate τυπικ
in achtfacher Ausfertigung
in zweifacher Ausfertigung
in einfacher Ausfertigung
a single copy [of sth]
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
in dreifacher Ausfertigung
Ausfertigung θηλ [von Urkunden]
to submit three copies of a document ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ
in zweifacher [o. doppelter] Ausfertigung

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Bereits zu dieser Zeit wurden Ersatzkennzeichen aus Papier ausgegeben, um den Zeitraum bis zur Ausfertigung eines Blechschildes zu überbrücken.
de.wikipedia.org
Eine weitere Ausfertigung verbleibt bei der Servicestation, eine ist für die Einheit des Soldaten bestimmt.
de.wikipedia.org
In diesem Fall trat es auch ohne die Ausfertigung des Präsidenten in Kraft.
de.wikipedia.org
Für die Entstehung eines verbrieften Vermögensrechts ist zunächst die Ausfertigung einer Urkunde notwendig.
de.wikipedia.org
Nach Übergabe des Frachtgutes an den Frachtführer übergibt der Verkäufer seine Frachtbrief-Ausfertigung einem von ihm beauftragten Kreditinstitut, damit dieses das Dokumenteninkasso vornimmt.
de.wikipedia.org