Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

suivante’
to fly off
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. aus|flie·gen ανώμ ΡΉΜΑ αμετάβ +sein

1. ausfliegen (das Nest verlassen):

ausfliegen
to fly off [or away]

2. ausfliegen οικ (weggehen):

ausfliegen

II. aus|flie·gen ανώμ ΡΉΜΑ μεταβ +haben

jdn [aus etw δοτ] ausfliegen
to fly sb [out of sth]
jdn [aus etw δοτ] ausfliegen
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
ausfliegen
to fly out sb/sth
jdn/etw ausfliegen
to leave the nest μτφ
ausfliegen μτφ esp CH, A
Präsens
ichfliegeaus
dufliegstaus
er/sie/esfliegtaus
wirfliegenaus
ihrfliegtaus
siefliegenaus
Präteritum
ichflogaus
duflogstaus
er/sie/esflogaus
wirflogenaus
ihrflogtaus
sieflogenaus
Perfekt
ichbinausgeflogen
dubistausgeflogen
er/sie/esistausgeflogen
wirsindausgeflogen
ihrseidausgeflogen
siesindausgeflogen
Plusquamperfekt
ichwarausgeflogen
duwarstausgeflogen
er/sie/eswarausgeflogen
wirwarenausgeflogen
ihrwartausgeflogen
siewarenausgeflogen

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Er überredet den als einzigen schwer verletzten Nobile, sich als ersten ausfliegen zu lassen, was gelingt.
de.wikipedia.org
Vermutlich verbleiben die Jungvögel nach dem Ausfliegen zunächst im Revier der Elternvögel und helfen bei der Aufzucht der nächsten Brut.
de.wikipedia.org
Nach dem Ausfliegen der Erstbrut kümmert sich das Weibchen um das zweite Gelege.
de.wikipedia.org
Der Wechsel ins erste Jugendgefieder erfolgt noch vor dem Ausfliegen.
de.wikipedia.org
Die Zahl der Jungvögel, die eine einzelne Blaumeise im Laufe ihres Lebens zum Ausfliegen bringt, ist individuell sehr unterschiedlich.
de.wikipedia.org