Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

balais
Besen

balai [balɛ] ΟΥΣ αρσ

1. balai:

Besen αρσ

2. balai ΗΛΕΚ:

balai d'une dynamo
Bürste θηλ

3. balai (accessoire de musique):

Jazzbesen αρσ

ιδιωτισμοί:

con(ne) comme un balai οικ
stocksteif οικ

II. balai [balɛ]

Wischmopp αρσ

aspirateur-balai <aspirateurs-balais> [aspiʀatœʀbalɛ] ΟΥΣ αρσ

balai-brosse <balais-brosses> [balɛbʀɔs] ΟΥΣ αρσ

Schrubber αρσ

voiture-balai <voitures-balais> [vwatyʀbalɛ] ΟΥΣ θηλ

voiture-balai ΑΘΛ:

Besenwagen αρσ

ιδιωτισμοί:

faire la voiture-balai χιουμ
Καταχώριση OpenDict

balai ΟΥΣ

du balai ! (dehors !) αρσ οικ
Raus (mit dir od mit Ihnen)! οικ
Καταχώριση OpenDict

balai ΟΥΣ

rôtir le balai (mener une vie misérable) αρσ απαρχ ιδιωτ
rôtir le balai (mener une vie de débauche) αρσ ιδιωτ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Il en résulte un encrassement des lamelles et l'usure des balais.
fr.wikipedia.org
Ce soufrage est responsable de la belle couleur jaune des balais de sorgho.
fr.wikipedia.org
Il invente en 1886 un nouveau moteur électrique à vitesse constante, avec des balais fixes et un système de renvoi de courant.
fr.wikipedia.org
Le pare-brise est plus haut et reçoit deux essuie-glace de dimensions très importantes au lieu des trois balais sur les 170/190 précédents.
fr.wikipedia.org
N'appréciant guère les solos bruyants, il se distingue particulièrement aux balais et dans la recherche de la sonorité feutrée.
fr.wikipedia.org