Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

potentiels
potentials

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. potent|iel (potentielle) [pɔtɑ̃sjɛl] ΕΠΊΘ

potentiel (potentielle)

II. potent|iel ΟΥΣ αρσ

1. potent|iel (possibilité):

potential (de for)

2. potent|iel ΓΛΩΣΣ (mode):

3. potent|iel ΦΥΣ:

céréalier (céréalière) région, potentiel
cereal-growing προσδιορ
inexploité (inexploitée) talent, potentiel
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
prospective buyer, earnings, candidate, use
potentiel αρσ (as en tant que, for de)
potential buyer, danger, energy, disaster, market, target, value, victim
acheteur/-euse αρσ/θηλ potentiel/-ielle (for de)

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

potentiel(le) [pɔtɑ̃sjɛl] ΕΠΊΘ

potentiel [pɔtɑ̃sjɛl] ΟΥΣ αρσ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
potentiel αρσ
potentiel αρσ
client(e) αρσ (θηλ) potentiel(le)
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

potentiel [pɔtɑ͂sjɛl] ΟΥΣ αρσ

potentiel(le) [pɔtɑ͂sjɛl] ΕΠΊΘ

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
potentiel αρσ
potentiel αρσ
client (e) αρσ (θηλ) potentiel(le)

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

compensation de potentiel

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Ils choisissent des sites de couchage proches des sites d'alimentation potentiels, afin de conserver leur énergie et de réduire leurs déplacements.
fr.wikipedia.org
D'autres auteurs potentiels commencent à apparaître au tournant du siècle.
fr.wikipedia.org
Elle pond ses œufs sur les mâles et repère les hôtes potentiels de ses larves grâce à leurs stridulations.
fr.wikipedia.org
Dans les cellules excitables comme les neurones, ils sont responsables des potentiels d'action et définissent le potentiel membranaire de repos.
fr.wikipedia.org
Les plus notables sont les textes d'exécration, des objets en céramique sur lesquels sont écrits les noms d'ennemis avérés ou potentiels, avec des malédictions proférées à leur encontre.
fr.wikipedia.org