Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

feminine
Feminine

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. féminin (féminine) [feminɛ̃, in] ΕΠΊΘ

1. féminin (de la femme):

féminin (féminine) corps, sexualité, physiologie, hormone

2. féminin (pour femmes):

féminin (féminine) activité, magazine
féminin (féminine) prêt-à-porter, lingerie
féminin (féminine) contraception, préservatif, emploi

3. féminin (composé de femmes):

féminin (féminine) population, collègues, chœur
féminin (féminine) ΑΘΛ équipe, club
féminin (féminine) sport, judo, record

4. féminin (plein de féminité):

féminin (féminine) visage, allure

5. féminin ΓΛΩΣΣ:

féminin (féminine) nom, rime

II. féminin ΟΥΣ αρσ

féminin αρσ ΓΛΩΣΣ:

lingerie, a. lingerie féminine (linge de corps)
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
la presse féminine
coupe θηλ courte féminine
mutilation θηλ génitale féminine
confrérie θηλ féminine
homosexualité θηλ féminine
leading lady ΘΈΑΤ, ΚΙΝΗΜ
vedette θηλ féminine

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

féminin(e) [feminɛ̃, in] ΕΠΊΘ

1. féminin ( masculin):

féminin(e) population, sexe

2. féminin (avec un aspect féminin) a. ΓΛΩΣΣ:

3. féminin (de femmes):

féminin(e) voix
féminin(e) vêtements, mode, revendications, football
féminin(e) condition

féminin [feminɛ̃] ΟΥΣ αρσ ΓΛΩΣΣ

lingerie féminine
la gent féminine
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
congrégation θηλ (religieuse) féminine
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

féminin(e) [feminɛ͂, in] ΕΠΊΘ

1. féminin ( masculin):

féminin(e) population, sexe

2. féminin (avec un aspect féminin) a. ΓΛΩΣΣ:

3. féminin (de femmes):

féminin(e) voix
féminin(e) vêtements, mode, revendications, football
féminin(e) condition

féminin [feminɛ͂] ΟΥΣ αρσ ΓΛΩΣΣ

lingerie féminine
la gent féminine
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
congrégation θηλ (religieuse) féminine

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

condition féminine

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

La danse sur pointes est aujourd'hui synonyme de danse classique féminine, et dans l'imaginaire collectif, c'est elle qui définit par excellence la ballerine.
fr.wikipedia.org
La porte possède une agrafe ornée d'un mascaron représentant une tête féminine.
fr.wikipedia.org
Enfin, il assiste à une réunion revendicative de la gent féminine.
fr.wikipedia.org
Peintres et sculpteurs exaltent en outre la figure féminine.
fr.wikipedia.org
Cette représentation féminine correspond au niveau magdalénien de la grotte.
fr.wikipedia.org