Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

brûle
grabs

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

empoigne [ɑ̃pwaɲ] ΟΥΣ θηλ

I. empoigner [ɑ̃pwaɲe] ΡΉΜΑ μεταβ

to grab (hold of), to seize (par, au by)

II. s'empoigner ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

1. s'empoigner (se battre):

2. s'empoigner (se quereller):

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
grasp κυριολ rope, hand
grab, a. grab hold of money, toy

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. empoigner [ɑ̃pwaɲe] ΡΉΜΑ μεταβ

empoigner personne:

II. empoigner [ɑ̃pwaɲe] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
to scrap over sth with sb
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. empoigner [ɑ͂pwaɲe] ΡΉΜΑ μεταβ

empoigner personne:

II. empoigner [ɑ͂pwaɲe] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

empoigner s'empoigner:

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
to scrap over sth with sb
Présent
j'empoigne
tuempoignes
il/elle/onempoigne
nousempoignons
vousempoignez
ils/ellesempoignent
Imparfait
j'empoignais
tuempoignais
il/elle/onempoignait
nousempoignions
vousempoigniez
ils/ellesempoignaient
Passé simple
j'empoignai
tuempoignas
il/elle/onempoigna
nousempoignâmes
vousempoignâtes
ils/ellesempoignèrent
Futur simple
j'empoignerai
tuempoigneras
il/elle/onempoignera
nousempoignerons
vousempoignerez
ils/ellesempoigneront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Alors pour avoir la forme, on enfourche son vélo, on se pend à l’espalier, on s’essouffle au jogging, on empoigne les haltères.
fr.wikipedia.org
La bru se réjouit du châtiment subi par celle qui l’a effrayée, et empoigne un marteau pour casser le masque.
fr.wikipedia.org
Blake, furieux, la main sur son revolver, l'empoigne pour la ramener vers l'avant.
fr.wikipedia.org
Elle refuse mais il l'empoigne et l'embrasse rudement.
fr.wikipedia.org
La menace sarrasine dissipée, ils voulurent bien entendu conserver leur pouvoir et ce fut donc une vaste foire d'empoigne.
fr.wikipedia.org

Αναζήτηση "empoigne" σε άλλες γλώσσες