Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
I. incorruptible [ɛ̃kɔʀyptibl] ΕΠΊΘ
II. incorruptible [ɛ̃kɔʀyptibl] ΟΥΣ αρσ θηλ
corruptible [kɔʀyptibl] ΕΠΊΘ
1. corruptible (vénal):
incorruptibilité [ɛ̃kɔʀyptibilite] ΟΥΣ θηλ
corruption [kɔʀypsjɔ̃] ΟΥΣ θηλ
1. corruption (avec de l'argent, des cadeaux):
2. corruption (état):
-
- corruption (de in)
3. corruption (perversion):
-
- corruption (de of)
I. corrup|teur (corruptrice) [kɔʀyptœʀ, tʀis] ΕΠΊΘ
corrupteur pensée, influence:
- corrupteur (corruptrice)
-
II. corrup|teur (corruptrice) [kɔʀyptœʀ, tʀis] ΟΥΣ αρσ (θηλ)
στο λεξικό PONS
I. incorruptible [ɛ̃kɔʀyptibl] ΕΠΊΘ
1. incorruptible:
2. incorruptible matériau, substance:
II. incorruptible [ɛ̃kɔʀyptibl] ΟΥΣ αρσ θηλ
corruptible [kɔʀyptibl] ΕΠΊΘ
corruption [kɔʀypsjɔ̃] ΟΥΣ θηλ
1. corruption (délit):
2. corruption sans πλ (moral):
I. incorruptible [ɛ͂kɔʀyptibl] ΕΠΊΘ
1. incorruptible:
2. incorruptible matériau, substance:
II. incorruptible [ɛ͂kɔʀyptibl] ΟΥΣ αρσ θηλ
corruptible [kɔʀyptibl] ΕΠΊΘ
corruption [kɔʀypsjo͂] ΟΥΣ θηλ
1. corruption (délit):
2. corruption sans πλ (moral):
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Αναζήτηση στο λεξικό
- diminuer
- diminutif
- diminution
- dimorphe
- dimorphisme
- dincorruptible
- dinde
- dindon
- dindonneau
- diner
- dîner