Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

l'Échiquier
lager

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

blonde

blonde → blond

I. blond (blonde) [blɔ̃, ɔ̃d] ΕΠΊΘ

blond (blonde) cheveux, barbe
blond (blonde) cheveux, barbe
blonde βρετ
blond (blonde) cheveux, barbe
blond αμερικ
blond (blonde) femme
blond (blonde) femme
blonde βρετ
blond (blonde) femme
blond αμερικ
blond (blonde) homme
blond (blonde) caramel, épi
blond (blonde) tabac
bière blonde
bière blonde
light ale βρετ

II. blond (blonde) [blɔ̃, ɔ̃d] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

blond (blonde) (femme)
blond (blonde) (femme)
blonde βρετ
blond (blonde) (femme)
blond αμερικ
blond (blonde) (homme)
blond (blonde) (homme)

III. blond ΟΥΣ αρσ

blond αρσ (couleur):

IV. blonde ΟΥΣ θηλ

1. blonde (cigarette):

blonde

2. blonde (bière):

blonde
blonde
light ale βρετ

3. blonde καναδ (petite amie):

blonde

V. blond (blonde) [blɔ̃, ɔ̃d]

blonde décolorée
peroxide blonde

I. blond (blonde) [blɔ̃, ɔ̃d] ΕΠΊΘ

blond (blonde) cheveux, barbe
blond (blonde) cheveux, barbe
blonde βρετ
blond (blonde) cheveux, barbe
blond αμερικ
blond (blonde) femme
blond (blonde) femme
blonde βρετ
blond (blonde) femme
blond αμερικ
blond (blonde) homme
blond (blonde) caramel, épi
blond (blonde) tabac
bière blonde
bière blonde
light ale βρετ

II. blond (blonde) [blɔ̃, ɔ̃d] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

blond (blonde) (femme)
blond (blonde) (femme)
blonde βρετ
blond (blonde) (femme)
blond αμερικ
blond (blonde) (homme)
blond (blonde) (homme)

III. blond ΟΥΣ αρσ

blond αρσ (couleur):

IV. blonde ΟΥΣ θηλ

1. blonde (cigarette):

blonde

2. blonde (bière):

blonde
blonde
light ale βρετ

3. blonde καναδ (petite amie):

blonde

V. blond (blonde) [blɔ̃, ɔ̃d]

blonde décolorée
peroxide blonde
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
blonde
blonde θηλ
blonde person, hair
dumb blonde
blonde θηλ évaporée μειωτ
peroxide blonde
blonde θηλ décolorée
bière θηλ blonde
pale-ale αρσ (bière blonde légère)
bière θηλ blonde légère
platinum blonde
blonde θηλ platine or platinée
platinum blonde hair

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

blonde [blɔ̃d] ΟΥΣ θηλ

1. blonde (bière):

blonde

2. blonde (cigarette):

blonde

3. blonde καναδ γαλλ (maîtresse, fiancée):

la blonde d'un homme

I. blond(e) [blɔ̃, blɔ̃d] ΕΠΊΘ

blond(e) tabac, cigarettes
blond(e) bière

II. blond(e) [blɔ̃, blɔ̃d] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

blonde

blond [blɔ̃] ΟΥΣ αρσ (couleur)

bière blonde
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
blond(e) hair
blond(e) complexion
blond(e) αρσ (θηλ)
peroxide blonde
peroxide blonde
blonde θηλ décolorée
peroxide blonde
bière θηλ blonde
blonde θηλ καναδ γαλλ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

blonde [blo͂d] ΟΥΣ θηλ

1. blonde (bière):

blonde

2. blonde (cigarette):

blonde

3. blonde καναδ γαλλ (maîtresse, fiancée):

la blonde d'un homme

I. blond(e) [blo͂, blo͂d] ΕΠΊΘ

blond(e) tabac, cigarettes
blond(e) bière

II. blond(e) [blo͂, blo͂d] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

blonde

blond [blo͂] ΟΥΣ αρσ (couleur)

bière blonde
blonde bombshell
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
blond(e) hair
blond(e) complexion
blond(e) αρσ (θηλ)
une blonde décolorée θηλ
a ditsy blonde
blonde θηλ καναδ γαλλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Son visage étrange parfois triste, sa blonde chevelure et un talent affirmé font d'elle une comédienne très appréciée du public.
fr.wikipedia.org
Si au début de la série elle apparaît comme le modèle type de la « blonde écervelée », son personnage prend vite de l'importance.
fr.wikipedia.org
Dans le cortège des dames flamandes au hennin sévère, elle se démarque par sa longue chevelure blonde tombant sur ses reins.
fr.wikipedia.org
Titrant 5,5° d'alcool, c'est une blonde légère, résultant d'un équilibre entre farine de châtaigne corse et d'importations de houblons aromatiques sélectionnées et malts pales.
fr.wikipedia.org
La servante, blonde, est vêtue d'une robe rouge.
fr.wikipedia.org